φωτοφασματικός

φωτοφασματικός
η , ό[ν] спектральный;

φωτοφασματική ανάλυση — спектральный анализ


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "φωτοφασματικός" в других словарях:

  • φωτοφασματικός — ή, ό, Ν αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο φάσμα τού φωτός. [ΕΤΥΜΟΛ. < φωτ(ο) * + φασματικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1884 στον Ηρ. Μητσόπουλο] …   Dictionary of Greek

  • φωτοφασματικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο φάσμα του φωτός: Φωτοφασματική ανάλυση (η εξέταση των σωμάτων με το φασματοσκόπιο) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φωτ(ο)- — α συνθετικό λ. όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στο ουσ. φῶς, φωτός και δηλώνει ότι το σύνθ. έχει σχέση με το φως ή αναφέρεται σ αυτό. Το α συνθετικό φωτ(ο) γνώρισε μεγάλη επίδοση στη Νέα Ελληνική, όπου χρησιμοποιήθηκε για τον… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»